Ο χρόνος είχε παγώσει κάπου μέσα σ'αυτά τα οκτώ δευτερόλεπτα.
Τα δόντια του Λοχία κρατούσανε απαλά το πούρο.
Όχι οτί δεν μπορούσε να το δαγκώσει αλλά απολάμβανε να αισθάνεται την πειθαρχεία να διατάσει την παρόρμηση.
Όπως πριν το δαχτυλό του πιέζε απαλά την σκανδάλη του πολυβόλου, όρθιος, στην κορυφή της πέτρινης φαρδιάς σκάλας, στην πύλη του ναού· με τις σφαίρες να βγαίνουνε με τέτοια ορμή από την θαλάμη, και να γονατίζουνε τους δυσκίνητους από τους εξωσκελετούς άντρες, κάτω, στην βάση της σκάλας.
Αν μπορούσες να πεις αυτά τα πράγματα άντρες. Φτιαγμένοι από μέταλο, την διαστροφή μιάς μηχανής, και όση σάρκα απέμενε από τις απανωτές αναβαθμίσεις. Δεν ήξερε αν είχανε ακόμα μέσα τους γκρίζα ύλη (μυαλό) αλλά ευχότανε, για τα λογικά του ανθρώπου που καθ'ένας τους ήσαν κάποτε, να μην υπήρχε καθόλου.
Όλα γίνανε μέσα σε οκτώ δευτερόλεπτα. Ό ήχος του πολυβόλου που σονώτανε από πυρωμαχικά, οι στρατιώτες στην βάση της σκάλας που σήκωναν ανάστημα, η κακείν-κακώς υποχωρησή του πίσω από μία κολώνα στην πύλη του ναού, και μια τζούρα από το πούρο του να κυκλοφορεί στα πνευμόνια του. Όλα σε αργή κίνηση, με τον Λοχία να ξέρει από την αρχή την μόνη επιλογή του.
Και ακριβώς στο τέλος του όγδου δευτερόλεπτου, ο Λοχίας δάγκωσε το πούρο του και με μια κραυγή ξεπρόβαλε από την κολώνα και έτρεξε προς τους στρατιώτες. Βλήματα φεύγανε αριστερά-δεξιά αλλά εκείνος ούτε καν δεν αναρωτήθηκε γιατί κανένα δεν τον πετύχαινε. Υπήρχε μόνο ένα τελευταίο βήμα στην κορυφή της σκάλας, και ο Λοχίας χίμησε σαν rock star πάνω στο τσούρμο των στρατιωτών που έσκυψαν καθώς εκείνος προσγειωνόταν πάνω στους ώμους τους.
Το πούρο του Λοχία προσγειώθηκε στο πάτωμα ακριβώς στο τέλος του δέκατου δευτερόλεπτου, αλλά η στάχτη από το πούρο του έφτασε στο έδαφος 70 χρόνια μετά.